08December

Όλη η αλήθεια για το μεγαλείο της Ελλάδας: Δείτε το πριν το κατεβάσουν!

studio_et_vigilantia.preview

Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς” (Ἰω. η΄ 32)

 

Η εφηβεία, τόσο η ηλικιακή όσο και η πνευματική, είναι περίοδος απολυτότητας και έπαρσης. Ο έφηβος είναι ο βασιλιάς του κόσμου και όλα τα μπορεί. Είναι πάνσοφος και για όλα έχει αμετακίνητη άποψη. Κι αν κάτι δεν του πάει όπως θα το ήθελε, τότε εκείνος είναι το θύμα, ο οσιομάρτυρας, και οι άλλοι οι κακοί, οι κατάπτυστοι.

Κάποιοι, στην εφηβεία τους, φαντασιώνονται πως θ’ αλλάξουν τον κόσμο και θα τυλίξουν το σάπιο κατεστημένο στις φλόγες των αυτοσχέδιων βομβών τους. Εγώ, πάλι, σ’ εκείνη την τρυφερή ηλικία, ήθελα περισσότερο να κατανοήσω τον κόσμο, να προσδιορίσω τη θέση μου μέσα σε αυτόν. Και τί πιο αρμόζον θέμα να αρχίσω την αναζήτησή μου από την Ελληνική ιστορία;

Προφανώς και δεν πήγα στους βαριούς, απρόσωπους τόμους με τους ξενέρωτους, μακροσκελείς τίτλους. Ως έφηβος ήμουν ευεντυπωσίαστος. Ήθελα ακόμα και τα βιβλία που διάβαζα να έχουν τσαμπουκαλεμένους, «δυνατούς» τίτλους. 

Έτσι, άρχισε το «φλερτ» μου με όλη αυτή την «Ελληνοκεντρική» γραμματεία και θεωρίες. Το έδαφος πρόσφορο: τα απειράριθμα επιτεύγματα του Ελληνικού πολιτισμού ανά τους αιώνες, τα «τσιτάτα» των σοφών της Κλασικής Περιόδου, οι πολεμικές νίκες των οπλιτών ενάντια αντιπάλων που ήσαν απελπιστικά απειράριθμοι, χίλια χρόνια «Βυζαντίου», όλα με θάμπωσαν. 

Το δίχως άλλο, κατέληξα με εφηβική ευκολία και ακράδαντη βεβαιότητα, ο Ελληνικός πολιτισμός υπήρξε ο μέγιστος στον πλανήτη και όλοι οι υπόλοιποι «από εμάς τα πήραν». Λογοκλόποι, μαϊμουδιάρηδες και αντιγραφείς της κακιάς της ώρας! Ο Σωκράτης τα είχε πει ΟΛΑ, πρίν τους Αιγυπτίους και κουραφέξαλα. Τί κι αν δεν είχα διαβάσει ούτε ένα ολοκληρωμένο έργο του Σωκράτη; Που θα είχε γράψει, δεν θα είχε γράψει κάτι;

Ομολογώ ότι μου άρεσε αυτό. Μου δημιουργούσε ένα αίσθημα ικανοποίησης. Άλλωστε, δεν είναι και μικρή υπόθεση να είσαι ένα κλωνάρι στο δέντρο της ράτσας που γέννησε τον παγκόσμιο πολιτισμό! Καταβρόχθιζα μετά μανίες θεωρίες τύπου «μια πανάρχαια προσευχή στο θεό ήλιο κρύβεται μέσα στην απαγγελία του Ελληνικού αλφαβήτου» και «η θεϊκή προέλευση της Ελληνικής γλώσσας και η μαθηματική της δομή».

Ήμουν σίγουρος πως γνώριζα όσα μπορούσα να γνωρίζω. Ήμουν αδαμάντινος στις θέσεις μου και κάτι σαχλαμάρες όπως «οι Φοίνικες δημιούργησαν το πρώτο αλφάβητο» τις απέπτυα ως βδελύγματα, συκοφαντίες. Δεν ξέρατε, κύριέ μου, ότι ο Ελληνικός πολιτισμός είναι τουλάχιστον 200.000 ετών; Γιατί λέτε ψέματα στον κόσμο; Υπάρχουν αποδείξεις!

Πλέον, σήμερα, πιστεύω αν είχα μείνει εκεί, βολεμένος σε αυτό το αίσθημα της ικανοποίησης που ένιωθα όντας ο «σωστός» απέναντι σε όλους τους «λάθος», θα είχα οδηγηθεί, νοητικά, σ’ ένα μέρος πολύ μίζερο, πολύ μοναχικό και περιθωριοποιημένο. 

Για καλή μου τύχη όμως, κάτι μέσα μου δεν έλεγε να σταματήσει να αναζητά την αλήθεια. Μπορεί να ήταν και μια απλή περιέργεια που αναζητούσε περισσότερες πληροφορίες να καταβροχθίσει – μην το εξιδανικεύω. Πάντως, συνέχισα να διαβάζω και να μελετώ τα του μεγαλείου της Ελλάδας. Έπιασα αυτά τα άχαρα βιβλία, των διακεκριμένων ακαδημαϊκών.

Δεν σας κρύβω ότι κάθε φορά που διάβαζα κάτι το οποίο δεν συμφωνούσε με το «ιδανικό» που είχα εγώ στο κεφάλι μου, ένιωθα μια πικρία. «Λάθος κάνει εδώ», σημείωνα στο μυαλό μου, ή «να τη η προπαγάνδα πάλι!». Ήταν επίπονη διαδικασία. Ένα διάστημα, τα παράτησα. Λέω, «δεν μπορείς να μάθεις την πραγματική αλήθεια όταν ασχολείσαι με λεπτομέρειες όπως η νομοθεσία στον αιώνα του Περικλή και όχι με τα ουσιαστικότερα, όπως η αρχαία Ελληνική υπερτεχνολογία που μας είχε δώσει τα ανδροειδή ρομπότ του Ηφαίστου». Επέμεινα όμως, παρά την όποια απογοήτευση και καταφρόνια.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, αποδομήθηκε ολότελα αυτός ο μύθος της αμόμφου Ελλάδος που είχα χτίσει στο κεφάλι μου. Και τί δεν είχαμε πάρει από τους Αιγυπτίους που, κι εκείνοι με τη σειρά τους, ίσως είχαν δανειστεί από τους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας. Ξαφνικά, η Ελλάδα δεν ήταν εκείνη η τέλεια χώρα, ο λίθος φωτός, όπου όλοι οι άνδρες ήταν ενάρετοι πολεμισταράδες και οι γυναίκες θαρραλέες παναγίες. Να σου έμαθα για τις προδοσίες, τις δωροδοκίες, τις βρομιές του ιερατείου, την φαγωμάρα των πόλεων-κρατών και των επιγόνων του Αλεξάνδρου. Έμαθα και για τα μεθύσια και τη μούρλια που έδερνε τον μεγάλο στρατηλάτη Αλέξανδρο, για τη ματαιοδοξία του να φοράει στέμμα και Περσική πορφύρα. Έμαθα για τα ρεζιλίκια της Ελλάδας με τους Ρωμαίους, όταν ουσιαστικά παραδώσαμε τη χώρα στον κατακτητή όχι επειδή ήταν εκείνος δυνατότερος αλλά επειδή εμείς ήμασταν πολύ απασχολημένοι να προσπαθούμε να βγάλουμε το μάτι του γείτονά μας, σαν μιρκόψυχοι χωριάτες.

Και τότε, την στιγμή που το απόλυτο ιδεώδες, η «ιερή Ελλάδα» πέθαινε μέσα μου, έγινε κάτι το συναρπαστικό: κατανόησα το μεγαλείο της Ελλάδος.

Όλη αυτή η βαθύετρη γνώση που με σφυροκόπησε και αρχικά έβλεπα ως εχθρό και βασανιστή μου, βιαστή των ιερών και των οσίων μου, αποτέλεσε και το χέρι που μου άνοιξε τα μάτια και μ’ έκανε να αγαπήσω αληθινά, δίχως υπερβολές, τον τόπο μου.

Το μεγαλείο της Ελλάδας δεν ήταν ότι τα έχτισε όλα – επιστήμες, φιλοσοφία, τέχνες –  από το μηδέν · ήταν ότι τα πήρε σαν σκυτάλη, τα δούλεψε, μόχθησε πάνω σε κάθε τί όμορφο είχε να δώσει η πανανθρώπινη ψυχή και τελικά τα εξύψωσε όλα, δίνοντάς τους νέα μορφή με το δικό της, ιδιαίτερο στίγμα.

Το μεγαλείο της δεν ήταν ότι κέρδισε μάχες ή έδειξε ανδρεία αλλά το ότι είχε άξιους πολεμιστές που στάθηκαν στη γραμμή, βγαίνοντας μέσα από συνθήκες μιας καθημερινότητας που το πλέον αναμενόμενο θα ήταν να αδιαφορήσουν ή ν’ αυτομολήσουν στο στρατόπεδο του εχθρού για να έχουν χρηματικές απολαβές. Το μεγαλείο της νίκης στις Πλαταιές δεν ήταν η συντριβή της Περσικής πανστρατιάς αλλά το ότι οι φτωχοί, πλην ελεύθεροι, Έλληνες δεν ζήλεψαν τα χρυσάφια και την πολυτέλεια του Μεγάλου Βασιλιά και των υπηρετών του.

Η φιλοσοφία του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Θαλή, όλων των σοφών, δεν ήταν προϊόν Ελληνικής παρθενογένεσης: ο Αριστοτέλης, γνωρίζουμε, είχε στη βιβλιοθήκη του χιλιάδες τόμους, πολλοί εκ των οποίων ήσαν αρχαίοι. Προτού διδάξει και συγγράψει, μελέτησε. Ο Σόλωνας επισκέφθηκε τους ναούς της Αιγύπτου. Ο Δημόκριτος, λέγεται, διέρρηξε μέχρι και τους αρχαίους τάφους των Χαλδαίων για να βρει συγγράμματα σοφίας. Ο Απολλώνιος ο Τυαννέας μαθήτευσε ευλαβικά δίπλα στους Μάγους της Ανατολής και στους Βραχμάνους των Ινδιών. 

Η σοφία, άλλωστε, δεν ανήκει σε κανέναν άνθρωπο και σε κανέναν λαό δικαιωματικά. Δεν είναι αμπελοχώραφο. Αυτό που τιμά τον διανοητή, το μύστη, τον θεουργό, δεν είναι η πρωτοτυπία και «παρθενία» της σοφίας που εκφράζει αλλά το ένδυμα που της δίνει – γιατί αυτό αντακλά τον ίδιο του τον εαυτό.

Γνωρίζοντας την αλήθεια, έστω και στο πρώτο σκαλοπάτι της, ερωτεύτηκα την αληθινή Ελλάδα και ήμουν επιτέλους σπίτι μου.

Γιατί η αλήθεια με απελευθέρωσε από τον φόβο του να κάνω λάθος – από τον καταστροφικό ζήλου του φανατικού που δεν ξέρει ν’ αγαπά κάτι γι’ αυτό που είναι παρά μόνο το λατρεύει κτητικά όπως είναι, ξόανο αφύσικο, στο σκοτισμένο του μυαλό.

 

Article Published: Thursday, 08 December 2016